Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

Ενδοιαστικές προτάσεις και ασκήσεις

ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ (Πλάτωνος Γοργίας 488Α)


ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ (Πλάτωνος Γοργίας 488Α)

Ο Γοργίας είναι πλατωνικός διάλογος, που προκάλεσε τέτοια εντύπωση στην εποχή του, ώστε έλεγαν πως ένας Κορίνθιος γεωργός, που το διάβασε, άφησε τα υπάρχοντά του και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα για να γίνει μαθητής του Πλάτωνα. Ο διάλογος φέρει τον υπότιτλο Περί ρητορικής ανατρεπτικός γιατί ο Πλάτων απέβλεπε με αυτόν στην ανασκευή των αντιλήψεων του Γοργία του Λεοντίνου περί ρητορικής

 

Πάντων δὲ καλλίστη ἐστὶν ἡ σκέψις, ὦ Καλλίκλεις, περὶ τούτων ὧν  σὺ δή μοι ἐπετίμησας, ποῖόν τινα χρὴ εἶναι τὸν ἄνδρα καὶ τί ἐπιτηδεύειν   καὶ μέχρι τοῦ, καὶ πρεσβύτερον καὶ νεώτερον ὄντα˙ ἐγὼ γὰρ εἴ τι μὴ   ὀρθῶς πράττω κατὰ τὸν βίον τὸν ἐμαυτοῦ, εὖ ἴσθι τοῦτο ὅτι οὐχ ἑκὼν   ἐξαμαρτάνω ἀλλʹ ἀμαθίᾳ τῇ ἐμῇ˙ σὺ οὖν, ὥσπερ ἤρξω νουθετεῖν με, μὴ   ἀποστῇς, ἀλλʹ ἱκανῶς μοι ἔνδειξαι τί ἐστιν τοῦτο ὃ ἐπιτηδευτέον μοι, καὶ   τίνα τρόπον κτησαίμην ἂν αὐτό, καὶ ἐάν με λάβῃς νῦν μέν σοι   ὁμολογήσαντα, ἐν δὲ τῷ ὑστέρῳ χρόνῳ μὴ ταὐτὰ πράττοντα ἅπερ  ὡμολόγησα, πάνυ με ἡγοῦ βλᾶκα εἶναι καὶ μηκέτι ποτέ με νουθετήσῃς   ὕστερον, ὡς μηδενὸς ἄξιον ὄντα.

1. Να γραφεί η μετάφραση του παραπάνω κειμένου.                   

2. Να γράψετε τους ζητούμενους τύπους για καθεμιά από τις παρα‐

κάτω λέξεις του κειμένου:

 α. καλλίστη: τη γενική του ενικού αριθμού του συγκριτικού βαθμού

του αρσενικού γένους.β. ἡ σκέψις: την κλητική του ενικού αριθμού γ. ἑκὼν: τη γενική του πληθυντικού αριθμού του θηλυκού γένους.δ. βλᾶκα: τη δοτική του πληθυντικού αριθμού.ε. ἄξιον: τον υπερθετικό βαθμό του επιρρήματος

3. Να γράψετε τους ζητούμενους τύπους για καθεμιά από τις παρα‐

κάτω λέξεις του κειμένου:

 α. ἐπετίμησας: το τρίτο ενικό πρόσωπο της προστακτικής του ενε‐

στώτα της αντίθετης φωνής   β. πράττω: το απαρέμφατο του παρακειμένου της ίδια φωνής

 γ. ἴσθι: το τρίτο πληθυντικό πρόσωπο της οριστικής του παρατατικού. δ. ἤρξω: το ίδιο πρόσωπο στην ευκτική του ίδιου χρόνου και της ίδιας φωνής.ε. ἡγοῦ: το δεύτερο ενικό της οριστικής του ενεστώτα της ίδιας φωνής  

4. Να προσδιορίσετε τη συντακτική θέση των παρακάτω λέξεων του κειμένου. Να αναφέρετε και τον όρο που προσδιορίζουν: μοι, τινα, τὸν ἐμαυτοῦ, ἑκών, νουθετεῖν, πράττοντα.  

5. Να εντοπιστεί στο κείμενο το σημείο ή τα σημεία στα οποία εντοπίζεται το φαινόμενο της έλξης του αναφορικού και να γραφεί (ή γραφούν) η πρόταση (ή οι προτάσεις) χωρίς την έλξη.

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

Πατριαρχική οικογένεια

Πατριαρχική οικογένεια:
Του νεκρού αδερφού



Ερωτόκριτος + Αρετούσα

2.1 & 28-32 ερμηνευτικά σχόλια


Στις παραγράφους 28-29 περιγράφονται: 1 Η διαταγή του Λυσάνδρου * 2 Η αντίδραση του Κόνωνα * 3 Η κατάσταση των αθηναϊκών πλοίων * 4 Τα διασωθέντα πλοία * 5 Τα αποτελέσματα του σχεδίου του Λυσάνδρου * 6 Οι τελευταίες ενέργειες του Κόνωνα * 7 Ο αγγελιαφόρος της συντριβής στην Αθήνα

1 Η διαταγή του Λυσάνδρου: Όταν οι στρατιώτες του Λυσάνδρου ύψωσαν την ασπίδα πάνω σ’ ένα κοντάρι, τότε ο Λύσανδρος αμέσως έδωσε διαταγή να πλεύσει ο πελοποννησιακός στόλος εναντίον του αθηναϊκού στόλου (Λύσανδρος δ’ εὐθὺς ἐσήμανε τὴν ταχίστην πλεῖν). Ταυτόχρονα
προχωρούσε στην ξηρά και ο Θώρακας με το πεζικό του (συμπαρῄει δὲ καὶ Θώραξ τὸ πεζὸν ἔχων). Ο Θώραξ ήταν Σπαρτιάτης αρχηγός των Αβυδηνών που βάδιζε παραλιακά της Λαμψάκου και ενθάρρυνε το στόλο του Λυσάνδρου.

2 Η αντίδραση του Κόνωνα: Ο στρατηγός Κόνωνας, που βρισκόταν κοντά στην ακτή, πρώτος είδε την ξαφνική επίθεση του στόλου των Πελοποννησίων εναντίον του στόλου των Αθηναίων. Τότε έδωσε διαταγή στους στρατιώτες να επιβιβαστούν αμέσως στα πλοία σε μια προσπάθεια να τα σώσει (Κόνων δὲ ἰδὼν τὸν ἐπίπλουν, ἐσήμανεν εἰς τὰς ναῦς βοηθεῖν κατὰ κράτος).
Ο Κόνων ήταν επιφανής Αθηναίος στρατηγός που καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια.
Ύστερα από την καταστροφή του αθηναϊκού στόλου στους Αιγός ποταμούς κατέφυγε στον
Ευαγόρα της Κύπρου, με τη βοήθεια του οποίου ανασυγκρότησε τις δυνάμεις του και
επάνδρωσε νέο στόλο. Ναυμάχησε με τους Λακεδαιμονίους ξανά το 394 κοντά στην Κνίδο
και τους νίκησε. Επέστρεψε τότε στην Αθήνα και έγινε ο ήρωας της εποχής του γιατί
ανοικοδόμησε τα Μακρά τείχη της Αθήνας και τα τείχη του Πειραιά και ανύψωσε το γόητρο
της πόλης. Προς τιμήν του οι Αθηναίοι προσέφεραν εκατόμβη θυσιών και αναθήματα στους
θεούς, έχτισαν ιερό και έστησαν χάλκινο ανδριάντα του στην αγορά. Αργότερα όμως έπεσε
σε δυσμένεια και πέθανε στην Κύπρο παραγνωρισμένος και αφανής.

3 Η κατάσταση των αθηναϊκών πλοίων: Όταν άρχισε η ξαφνική επίθεση του σπαρτιατικού στόλου επικράτησε σύγχυση στουςδιασκορπισμένους Αθηναίους (Διεσκεδασμένων δὲ τῶν ἀνθρώπων). Κανονικά κάθε τριήρης διέθετε τρεις σειρές κωπηλάτες. Η αιφνιδιαστική όμως κίνηση του Λυσάνδρου τους υποχρέωσε να επανδρώσουν λίγα και βιαστικά. Γι’ αυτό άλλες από τις αθηναϊκές τριήρεις βρέθηκαν με δύο σειρές από κωπηλάτες (αἱ μὲν τῶν νεῶν δίκροτοι ἦσαν), άλλες με μία σειρά (αἱ δὲ μονόκροτοι) και άλλες τελείως άδειες (αἱ δὲ παντελῶς κεναί).

4 Τα διασωθέντα πλοία: Ο Κόνων ήταν ο μόνος στρατηγός που πρόφτασε να επιβιβαστεί με τους άντρες του, ανοίχθηκε στο πέλαγος και σώθηκε, όπως και άλλα επτά πλοία (ἡ δὲ Κόνωνος καὶ ἄλλαι περὶ αὐτόν ἑπτὰ πλήρεις ἀνήχθησαν ἁθρόαι καὶ ἡ Πάραλος) καθώς και η Πάραλος, το ιερό πλοίο των Αθηναίων. Ο αθηναϊκός στόλος είχε 180 πλοία και κάθε πλοίο διέθετε 200 περίπου κωπηλάτες και στρατιώτες. Το γεγονός ότι σώθηκαν μόνο εννέα πλοία και ελάχιστοι
στρατιώτες δείχνει το μέγεθος της πανωλεθρίας που υπέστησαν οι Αθηναίοι.

5 Τα αποτελέσματα του σχεδίου του Λυσάνδρου: Ο Λύσανδρος κατέλαβε σχεδόν το σύνολο των πλοίων των Αθηναίων στην ξηρά (τὰς δ’ ἄλλας πάσας Λύσανδρος ἔλαβε πρὸς τῇ γῇ). Επίσης στην ακτή αιχμαλώτισε τους περισσότερους στρατιώτες (Τοὺς δὲ πλείστους ἄνδρας ἐν τῇ γῇ συνέλεξεν) εκτός από μερικούς που πρόλαβαν και κατέφυγαν στα μικρά οχυρά της Σηστού (οἱ δὲ καὶ ἔφυγον εἰς τὰ τειχύδρια).

6 Οι τελευταίες ενέργειες του Κόνωνα: Οι αρχαίοι Έλληνες, όταν επρόκειτο να ναυμαχήσουν, αφαιρούσαν τα μεγάλα πανιά των πλοίων και τα άφηναν στην ξηρά για να κινούνται με τα κουπιά και να είναι πιο ευέλικτα. Αυτό είχε κάνει και ο Λύσανδρος. Ο Κόνων, λοιπόν, είχε την ψυχραιμία να πλησιάσει στην Αβαρνίδα, το ακρωτήριο της Λαμψάκου και να αρπάξει τα μεγά- λα πανιά από τα πλοία των Πελοποννησίων (Κόνων...... κατασχὼν ἐπὶ τὴν Ἀβαρνίδα τὴν Λαμψά- κου ἄκραν ἔλαβεν αὐτόθεν τὰ μεγάλα τῶν Λυσάνδρου νεῶν ἱστία). Με αυτή την παράτολμη ενέρ-γεια εξασφάλισε τη σωτηρία αφού οι Πελοποννήσιοι δεν μπορούσαν πλέον να τον καταδιώ-ξουν. Στη συνέχεια κατέφυγε στον Ευαγόρα, τον βασιλιά της Σαλαμίνας της Κύπρου (καὶ αὐτός μὲν ὀκτὼ ναυσὶν ἀπέπλευσε παρ’ Εὐαγόραν εἰς Κύπρον). Οι λόγοι της κίνησης αυτής ήταν: α) ο Ευαγόρας ήταν φίλος των Αθηναίων και είχε τιμηθεί με από αυτούς με πολιτικά δικαιώματα, β) φοβόταν την οργή του αθηναϊκού λαού λόγω της καταστροφής στους Αιγός ποταμούς και ήθελε να την αποφύγει, γ) θα περίμενε στην Κύπρο, με τον Ευαγόρα ως σύμμαχο και φίλο του, τη μεταβολή της τύχης και των πραγμάτων προκειμένου να βοηθήσει την πατρίδα του και να πετύχει την ανασύσταση της αθηναϊκής δημοκρατίας. Πραγματικά το 394 π.Χ. νίκησε τους Σπαρτιάτες στην Κνίδο.

 

7 Ο αγγελιαφόρος της συντριβής στην Αθήνα: Η Πάραλος, το ιερό πλοίο της Αθήνας, έφερε την φοβερή είδηση της καταστροφής στην Αθήνα (ἡ δὲ Πάραλος εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀπαγγελοῦσα τὰ γεγονότα). Τα άλλα δύο ιερά πλοία ήταν η Δηλιάς και η Σαλαμινία. Τα πλοία αυτά χρησιμο-ποιούνταν: α) για τη μεταφορά επίσημων αντιπροσώπων, των «θεωριών» στα εθνικά πανηγύ-ρια και γιορτές κυρίως της Δήλου, β) για τη μεταφορά των δημοσίων χρημάτων, γ) για τη μετα-φορά πρεσβειών σε συμμαχικές και μη πόλεις, δ) για τη μεταφορά των διαταγών της αθηναϊκής πολιτείας.

Ο Ευαγόρας ήταν βασιλιάς της Σαλαμίνας της Κύπρου. Καταγόταν από τον μυθικό ήρωα
Τεύκρο. Το 410 π.Χ. έγινε βασιλιάς της Σαλαμίνας της Κύπρου, αφού σκότωσε τον τύραννο Αβ-δέμονα. Οργάνωσε το εμπόριο και το ναυτικό της Σαλαμίνας και επέκτεινε το κράτος του στο μεγαλύτερο μέρος της Κύπρου. Στον Πελοποννησιακό πόλεμο ήταν σύμμαχος με τους Αθηναί-ους. Μάλιστα με τη μεσολάβηση του Κόνωνα συνέβαλε στην αναγέννηση της Αθήνας και στη ναυμαχία της Κνίδου διοικούσε ο ίδιος τον Κυπριακό στόλο. Γι’ αυτό και οι Αθηναίοι του έδωσαν το δικαίωμα του Αθηναίου πολίτη. Στο τέλος της ζωής του έχασε τη δύναμή του και δολοφονή-θηκε.

Χαρακτηρισμός Κόνωνα: Ο Κόνων ήταν ο μόνος που κατάφερε να γλιτώσει και να διασώσει ο-χτώ πλοία και την Πάραλο. Φέρει και αυτός ευθύνη για την επιλογή του μέρους όπου αγκυροβό-λησαν οι Αθηναίοι και για την αποδιοργάνωση τους στην ξηρά. Στη δύσκολη, ωστόσο στιγμή, δεν έχασε την ψυχραιμία και το θάρρος του και κατάφερε να αφαιρέσει τα μεγάλα πανιά των Σπαρτιατών για να μην μπορέ-σουν να τον καταδιώξουν. Η ενέργειά του αυτή δείχνει ότι είναι τολμηρός, ευφυής και προνοητικός.

Αφήγηση: Η ταχύτητα της εξέλιξης των γεγονότων αποτυπώνει το μέγεθος της καταστροφής των Αθηναίων. Η ένταση κατά τη σύγκρουση δηλώνεται με τη χρήση παρατατικών ενώ το
χρονικό διάστημα μετά τη συντριβή εκφράζεται με αορίστους, γεγονός που δείχνει την
οριστική επικράτηση των Λακεδαιμονίων. Επίσης, όλες οι φάσεις της συμπλοκής δένονται
εσωτερικά με αιτιώδη σχέση (αιτίου – αιτιατού). Έτσι η υπεροψία οδηγεί στην απρονοησία
και τη διασπορά, η κατασκοπία στο προειδοποιητικό σήμα, η διαταγή του Λυσάνδρου στην
επίθεση, η επίθεση στην πανωλεθρία, η ευφυής κίνηση του Κόνωνα στην σωτηρία.


Στις παραγράφους 30-32 περιγράφονται:
Οι Αθηναίοι αιχμάλωτοι *  Οι ενέργειες του Λυσάνδρου * Οι κατηγορίες εναντίον των Αθηναίων * Η τελική απόφαση για τους αιχμαλώτους *  Η τύχη του Φιλοκλή
Οι Αθηναίοι αιχμάλωτοι: Ο Λύσανδρος στους Αιγός ποταμούς αιχμαλώτισε περίπου 35000 άνδρες και 171 αθηναϊκά πλοία (από τα 180 αθηναϊκά πλοία διασώθηκαν 8 πλοία με τον Κόνωνα και η Πάραλος). Κάθε αρχαία τριήρης έφερε 200 κωπηλάτες (ερέτες) και λίγους οπλίτες. Από αυτούς περίπου 4.000 ήταν γνήσιοι Αθηναίοι οπλίτες που εξοντώθηκαν με διαταγή του Λυσάνδρου. Σχεδόν όλοι οι Αθηναίοι, οι στρατηγοί τους, μεταξύ των οποίων ο Φιλοκλής και ο Αδείμαντος, και οι σύμμαχοι αιχμαλωτίστηκαν από τον Λύσανδρο, χωρίς καμιά αντίσταση, αφού η επίθεση του Λυσάνδρου ήταν ξαφνική. Μόνο λίγοι από τους Αθηναίους σώθηκαν με τον Κόνωνα και μερικοί άλλοι που κατέφυγαν στα τείχη της Σηστού και σε άλλα φρούρια της περιοχής. Τα πλοία, τους αιχμαλώτους και τα λάφυρα τα μετέφερε ο Λύσανδρος στη Λάμψακο, την οποία είχε καταστήσει ορμητήριο των πολεμικών του επιχειρήσεων (Λύσανδρος δὲ τάς τε ναῦς καὶ τοὺς αἰχμαλώτους καὶ τἆλλα πάντα εἰς Λάμψακον ἀπήγαγεν, ἔλαβε δὲ καὶ τῶν στρατηγὼν ἄλλους τε καὶ Φιλοκλέα καὶ Ἀδείμαντον).
Οι ενέργειες του Λυσάνδρου: Μετά τη νίκη στους Αιγός ποταμούς ο Λύσανδρος:
• Μετέφερε στη Λάμψακο τα αθηναϊκά πλοία και τους στρατιώτες που αιχμαλώτισε (Λύσανδρος δὲ τάς τε ναῦς καὶ τοὺς αἰχμαλώτους καὶ τἆλλα πάντα εἰς Λάμψακονἀπήγαγεν, ἔλαβε δὲ καὶ τῶν στρατηγὼν ἄλλους τε καὶ Φιλοκλέα καὶ Ἀδείμαντον).
• Έστειλε την άλλη μέρα τον πειρατή Θεόπομπο τον Μιλήσιο για να μεταφέρει την είδηση
της νίκης στη Σπάρτη (Ἧι δ’ ἡμέρᾳ ταῦτα κατειργάσατο, ἔπεμψε Θεόπομπον τὸν Μιλήσιον ληστὴν εἰς Λακεδαίμονα, ἀπαγγελοῦντα τὰ γεγονότα, ὅς ἀφικόμενοςτριταῖος ἀπήγγειλε). Έδωσε στο Θεόπομπο το ταχύτερο πλοίο με τους καλύτερους κωπηλάτες. Σύμφωνα με μαρτυρία του Διόδωρου στόλισε το πλοίο αυτό με τα πιο πολυτελή και πλούσια όπλα από τα λάφυρα. Ύστερα από τρεις ημέρες (χρόνος καταπληκτικός για την εποχή εκείνη) ο Θεόπομπος έφερε την είδηση στην Σπάρτη. Η πειρατεία στην αρχαιότητα και κυρίως σε ταραγμένες περιόδους ήταν πολύ διαδεδομένη. Ο Θεόπομπος ο Μιλήσιος που ήταν πειρατής συνεργαζόταν με τον Λύσανδρο είτε
εθελοντικά είτε με αμοιβή. Άλλωστε οι Σπαρτιάτες μπορούσαν να πληρώσουν μισθοφόρους γιατί ο Κύρος, ο νέος Πέρσης διοικητής της περιοχής της Ιωνίας, έδωσε πολλά χρήματα στο Λύσανδρο κατά την περίοδο του πολέμου.
• Συγκέντρωσε τους συμμάχους για να αποφασίσουν στο πολεμικό αυτό συμβούλιο για την
τύχη των Αθηναίων συμμάχων (Μετὰ δὲ ταῦτα Λύσανδρος ἁθροίσας τοὺς συμμάχους
ἐκέλευσε βουλεύεσθαι περὶ τῶν αἰχμαλώτων). Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα σοβαρό, γιατί οι αιχμάλωτοι είναι πολλοί και το κλίμα βαρύ από εμπάθεια και εκδικητική μανία. Η ευθύνη, λοιπόν, είναι μεγάλη και δε θέλει να την επωμισθεί προσωπικά. Γι’ αυτό και συγκαλεί πολεμικό συμβούλιο των συμμάχων, ώστε η απόφαση να είναι κοινή. Παράλληλα με τη στάση του αυτή δίνει μια επίφαση δημοκρατικότητας με την οποία επιχειρεί να παρουσιάσει τη δική του απόφαση για την εκτέλεση των αιχμαλώτων ως προϊόν συλλογικής ευθύνης. Ο Λύσανδρος συγκάλεσε τους συμμάχους του σε πολεμικό συμβούλιο στη Λάμψακο ύστερα από τη ναυμαχία στους Αιγός ποταμούς. Στο πολεμικό αυτό συμβούλιο κατηγόρησαν τους Αθηναίους για τις παρανομίες τους (Μετὰ δὲ ταῦτα Λύσανδρος ἁθροίσας τοὺς συμμάχους ἐκέλευσε βουλεύεσθαι περὶ τῶν αἰχμαλώτων) στη διάρκεια του πολέμου. Πράγματι οι Αθηναίοι συμπεριφέρθηκαν σκληρά σε όσες πόλεις ήταν ουδέτερες ή αποστατούσαν. Έτσι, εκδίωξαν τους κατοίκους από την Ιστιαία της Ευβοιας, μοίρασαν τη γη σε Αθηναίους κληρούχους και άλλαξαν το όνομα της σε Ωρεούς. Σκληρότερη ήταν η στάση τους απέναντι στην Αίγινα, την οποία έκαψαν ενώ τους κατοίκους είτε τους αιχμαλώτισαν είτε τους έδιωξαν. Ανάλογη ήταν η συμπεριφορά τους απέναντι στις πόλεις Τορώνη και Σκιώνη της Χαλκιδικής. Τις κατέστρεψαν, αιχμαλώτισαν τους άντρες και πούλησαν ως δούλους γυναίκες και παιδιά. Το μεγαλύτερο έγκλημα το διέπραξαν εναντίον της Μήλου, όπου σκότωσαν τους εφήβους και τους άνδρες, υποδούλωσαν τα γυναικόπαιδα και κατέστησαν την χώρα αποικία τους. Πριν από την ναυμαχία στους Αιγός ποταμούς, οι Αθηναίοι αποφάσισαν να κόψουν το δεξί χέρι των Πελοποννησίων που θα αιχμαλώτιζαν (καὶ ἅ ἐψηφισμένοι ἦσαν ποιεῖν, εἰ κρατήσειαν τῇ ναυμαχίᾳ, τὴν δεξιὰν χεῖρα ἀποκόπτειν τῶν ζωγρηθέντων πάντων). Στην απάνθρωπη αυτή απόφαση οδηγήθηκαν γιατί οι περισσότεροι άνδρες ήταν δεξιόχειρες και με την αποκοπή του δεξιού χεριού θα γίνονταν ακίνδυνοι στον πόλεμο αφού δεν θα μπορούσαν να κωπηλατήσουν ή να κρατήσουν δόρυ. Κατά τον Πλούταρχο όμως η απόφαση αυτή αφορούσε μόνο την αποκοπή του αντίχειρα, ώστε οι άντρες να μπορούν να κωπηλατούν όχι όμως και να φέρουν δόρυ. Επίσης όταν κυρίεψαν δύο τριήρεις, τη μία από την Κόρινθο και την άλλη από την Άνδρο, πέταξαν όλους τους άνδρες στην θάλασσα (καὶ ὅτι λαβόντες δύο τριήρεις, Κορινθίαν καὶ Ἀνδρίαν, τοὺς ἄνδρας ἐξ αὐτῶν πάντας κατακρημνίσειαν). Την παραπάνω τιμωρία πρότεινε και επέβαλε ο στρατηγός Φιλοκλής (Φιλοκλῆς δ’ ἦν στρατηγός τῶν Ἀθηναίων, ὅς τούτους διέφθειρεν).  Ο Φιλοκλής ήταν ο στρατηγός που πρότεινε στους Αθηναίους να αποκόψουν το δεξί χέρι (ή αντίχειρα) των αιχμαλώτων. Ήταν επίσης ο κύριος υπαίτιος της φοβερής συμφοράς στους Αιγός ποταμούς γιατί την ημέρα εκείνη αυτός και η μοίρα των πλοίων του είχαν την επιφυλακή όλου του αθηναϊκού στόλου. Όμως επειδή υποτίμησε τους Λακεδαιμονίους δεν πήρε τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας. Ο θάνατος του υπήρξε άδοξος.
Η τελική απόφαση για τους αιχμαλώτους: Όλοι οι Αθηναίοι αιχμάλωτοι, εκτός του Αδείμαντου καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν από τους Πελοποννησίους ύστερα από την απόφαση του πολεμικού συμβουλίου (Ἐλέγετο δὲ καὶ ἄλλα πολλά, καὶ ἔδοξεν ἀποκτεῖναι τῶν αἰχμαλώτων ὅσοι ἦσαν Ἀθηναῖοι πλὴν Ἀδειμάντου). Οι μισθοφόροι και οι σύμμαχοι των Αθηναίων αφέθηκαν να γυρίσουν στις πόλεις τους. Ο Ξενοφώντας, επειδή δεν ήθελε να αμαυρώσει τη φήμη του Λυσάνδρου, απέφυγε να αναφέρει τον αριθμό των σκοτωμένων Αθηναίων αιχμαλώτων. Ο Αδείμαντος εξαιρέθηκε γιατί ήταν ο μόνος που έφερε αντίρρηση στην απόφαση της εκκλησίας του δήμου για τον ακρωτηριασμό των Πελοποννησίων αιχμαλώτων, αν οι Αθηναίοι νικούσαν στη ναυμαχία, και έδειξε σύνεση και ανθρωπισμό (ὅτι μόνος ἐπελάβετο ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ περί τῆς ἀποτομῆς τῶν χειρῶν ψηφίσματος). Όμως ο Αδείμαντος, όταν επέστρεψε στην Αθήνα, κατηγορήθηκε ως προδότης (ᾐτιάθη μέντοι ὑπό τινων προδοῦναι τὰς ναῦς). Πάντως, η εξαίρεση του Αδείμαντου δεν απαλλάσσει τους Λακεδαιμονίους από την ευθύνη και το στίγμα του αποτρόπαιου ομαδικού εγκλήματος εις βάρος ανυπεράσπιστων αιχμαλώτων, που ήταν και οι ίδιοι θύματα πολέμου. Πρόκειται για μία πράξη βάρβαρη, απάνθρωπη και εγκληματική που παραβιάζει τους άγραφους, καθιερωμένους νόμους για την τύχη των αιχμαλώτων και συναγωνίζεται τις βαρβαρότητες που διέπραξαν οι Αθηναίοι. Αποδεικνύει ότι ο πόλεμος δεν προκαλεί μόνο υλικές ζημιές αλλά οι θηριωδίες και οι βιαιότητες, που διαπράττονται κατά τη διάρκεια του, προξενούν ψυχική και ηθική φθορά. Ο Λύσανδρος με το έγκλημα αυτό έδειξε τη σκληρότητα, την ωμότητα και τον κυνισμό του.
Η τύχη του Φιλοκλή: Ο Ξενοφώντας στιγματίζει τον Λύσανδρο λέγοντας ότι σκότωσε τον αιχμάλωτο Φιλοκλή με τα ίδια του τα χέρια, αφού πρώτα ρώτησε ποια τιμωρία του άξιζε να πάθει, επειδή πρώτος είχε παραβεί τους νόμους εις βάρος των Ελλήνων ρίχνοντας στη θάλασσα τους Ανδρίους και τους Κορινθίους (Λύσανδρος δὲ Φιλοκλέα πρῶτον ἐρωτήσας, ὅς τοὺς Ἀνδρίους καὶ Κορινθίους κατεκρήμνισε, τί εἴη ἄξιος παθεῖν ἀρξάμενος εἰς Ἕλληνας παρανομεῖν, ἀπέσφαξεν). Ο θάνατός του υπήρξε άδοξος. Οι Λακεδαιμόνιοι εξάντλησαν τη σκληρότητά
τους, ώστε με το θάνατό του να ικανοποιήσει τις ψυχές των θυμάτων του. Παρόλα αυτά η
πράξη τους δε δικαιολογείται ηθικά. Τα τελευταία λόγια του, που τα παραθέτει ο Πλούταρχος, δείχνουν μία περήφανη στάση απέναντι στον Λύσανδρο: «Μη με κατηγορείς για ζητήματα στα οποία δεν υπάρχει δικαστής. Πάντως, σαν νικητής που είσαι, κάνε εκείνο που θα πάθαινες εσύ, αν ήσουν ηττημένος».
Η οργάνωση του λόγου: Ο Ξενοφώντας στο κείμενο αυτό:
• Χρησιμοποιεί αόριστο για τα συντελεσμένα γεγονότα που αναφέρονται στη μεταφορά των
αιχμαλώτων και των λαφύρων στη Λάμψακο και στην αναγγελία της νίκης στη Σπάρτη.
• Αλλάζει το χρόνο σε παρατατικό κατά τη διάρκεια της συζήτησης για να δείξει τη
διάρκεια και την έντασή της.
• Χρησιμοποιεί σύντομες περιόδους, τις οποίες συνδέει με το μεταβατικό σύνδεσμο «δε».
http://paterolakas.blogspot.gr/2013/01/5.html

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Μεταφράσεις


ΣΤΙΧΟΙ 1-99
Αντιγόνη (στ.1-10)
 Ὦ κοινὸν αὐτάδελφον              Πολυγαπημένη μου αδελφή
Ἰσμήνης κάρα,                          Ισμήνη,
ἆρ' οἶσθ'                                   άραγε ξέρεις
ὅ,τι τῶν κακῶν                         αν υπάρχει καμιά από τις συμφορές
ἀπ' Οἰδίπου                              που μας κληροδότησε ο Οιδίποδας
ὁποῖον Ζεὺς οὐχὶ τελεῖ              και να μην την έστειλε ο Δίας
νῷν ζώσαν ἔτι;                         ενώ ακόμα οι δύο εμείς είμαστε
                                                στη ζωή ;
Οὐδὲν γάρ ἐστι                         Γιατί τίποτε δεν υπάρχει
οὔτ' ἀλγεινὸν                            ούτε επώδυνο
οὔτ' ἄτερ ἄτης οὔτ' αἰσχρὸν      ούτε ολέθριο ούτε άσχημο
οὔτ' ἄτιμον,                              ούτε άτιμο
ὁποῖον ἐγὼ οὐκ ὄπωπα            που να μην έχω δεί εγώ
οὐκ (ὄν)                                    να ανήκει
τῶν σῶν τε κἀμῶν κακῶν         και στα δικά σου και στα δικά μου
                                                βάσανα.
Καὶ νῦν τί αὖ (ἐστι)                    Και τώρα τι (είναι) πάλι
τοῦτο κήρυγμα                         αυτή η διαταγή
(ὅ) φασι θεῖναι ἀρτίως             που λένε ότι διακύρηξε πριν από λίγο
τὸν στρατηγὸν                        ο στρατηγός
 πανδήμῳ πόλει;                     σε όλους του πολίτες.
Ἔχεις τι κεἰσήκουσας;             Ξέρεις και έχεις ακούσει τίποτε ;
ἤ λανθάνει σε                          Ή διαφεύγει την προσοχή σου
στείχοντα πρὸς τοὺς φίλους ότι απειλούν τους αγαπημένους μας τῶν ἐχθρῶν κακά;                           συμφορές που ταιριάζουν στους εχθρούς;
                                               
Ισμήνη (στ.11-17) 
Ἐμοὶ μὲν, Ἀντιγόνη,                  Σε μένα τουλάχιστο, Αντιγόνη,
οὐδεὶς μῦθος φίλων ἵκετο         καμιά είδηση για τα αγαπημένα μου
                                                πρόσωπα δεν έφτασε
οὔθ' ἡδὺς οὔτ' ἀλγεινός,           ούτε ευχάριστη ούτε δυσάρεστη,
ἐξ ὅτου δύο ἐστερήθημεν          αφότου δύο εμείς χάσαμε
δυοῖν ἀδελφοῖν,                        τα δύο μας αδέλφια,
θανόντοιν μιᾷ ἡμέρᾳ                 που σκοτώθηκαν σε μια μέρα
διπλῇ χερί·                                με αμοιβαίο φόνο.
ἐπεὶ δὲ στρατὸς Ἀργείων          Από τότε όμως που ο στρατός των
                                                Αργείων
φροῦδός ἐστιν                         τράπηκε σε φυγή
ἐν νυκτὶ τῇ νῦν,                         αυτή τη νύχτα
οὐδὲν οἶδ' ὑπέρτερον                δεν ξέρω τίποτε περισσότερο
οὔτ' εὐτυχοῦσα μᾶλλον             ούτε ότι είμαι πιο ευτυχισμένη
οὐτ' ἀτωμένη.                           ούτε πιο δυστυχισμένη.
 
Αντιγόνη (στ. 18-20)
Ἤιδη καλῶς                              Ήμουν σίγουρη
καὶ τοῦτ' οὕνεκα                       και για αυτό
ἐξέπεμπόν σε εκτὸς αὐλείων    ζήτησα να σε φέρω έξω από
πυλῶν,                                     τις πόρτες του ανακτόρου,
ὡς κλύοις μόνη.                       για να τα ακούσεις μόνη.
 
Ισμήνη (στ. 20)
Τί δ' ἔστι;                                 Τι συμβαίνει λοιπόν;
δηλοῖς γὰρ καλχαίνουσ'           Γιατί είναι φανερό ότι σε βασανίζει
ἔπος τι.                                    κάποια είδηση.
 
Αντιγόνη (στ. 21-38)
Κρέων γὰρ                                Γιατί ο Κρέοντας
τὼ κασιγνήτω νῷν                    από τους δύο αδελφούς μας
οὐ τὸν μὲν προτίσας (ἔχει         δεν έκρινε τον ένα άξιο ταφής,
τάφου)
τὸν δ' ἀτιμάσας ἔχει τάφου; ενώ τον άλλον τον έκρινε ανάξιο                                                               ενταφιασμού.
Ἐτεοκλέα μέν, ὡς λέγουσι,       Τον Ετεοκλή λοιπόν, καθώς λένε,
χρησθεὶς σὺν δικαίᾳ δίκῃ         αφού του φέρθηκε με δίκαιη κρίση
καὶ νόμῳ                                  και σύμφωνα με το νόμο
ἔκρυψε κατὰ χθονὸς                 διέταξε να τον θάψουν,
ἔντιμον τοῖς ἔνερθεν νεκροῖς,  ώστε να είναι τιμημένος μέσα στους                                                       νεκρούς του κάτω κόσμου,
τὸν δὲ νέκυν Πολυνείκους         αλλά το πτώμα του Πολυνείκη,
θανόντα ἀθλίως                       που σκοτώθηκε με τρόπο άθλιο,
φασὶν ἐκκεκηρῦχθαι ἀστοῖσι     λένε ότι έχει διακηρύξει στους πολίτες
τὸ μὴ καλῦψαι τάφῳ                 να μην τον θάψει
 μηδὲ κωκῦσαί τινα,                  μήτε να τον θρηνήσει κανείς,
ἐᾶν δ' ἄκλαυτον,                        αλλά να τον αφήσουν άκλαυτο,
ἄταφον,                                    άταφο,
γλυκὺν θησαυρὸν οἰωνοῖς        γλυκό θησαυρό για τα όρνια
εἰσορῶσι πρὸς χάριν βορᾶς       που λαίμαργα ψάχνουν την τροφή τους.
Τοιαῦτά φασι                            Τέτοια λένε
κηρύξαντ' ἔχειν                         ότι έχει διακηρύξει δημόσια
τὸν ἀγαθὸν Κρέοντα                 ο καλός Κρέων
σοἰ καμοὶ                                 για σένα και για μένα
-λέγω γὰρ κἀμέ-                       -ναί, λέω και για μένα-
καὶ νεῖσθαι δεῦρο                      και ότι έρχεται εδώ
προκηρύξοντα ταῦτα σαφῆ  για να διακηρύξει αυτά ώστε να είναι                                                                   σαφή
τοῖσι μὴ εἰδόσι,                         σ' αυτούς που δεν τα γνωρίζουν,
καὶ ἄγειν τὸ πρᾶγμα                 και ότι θεωρεί το ζήτημα
οὐχ ὡς παρ' οὐδέν,                   ὀχι ως κάτι ασήμαντο,
ἀλλὰ προκεῖσθαι                       αλλά ότι  περιμένει
φόνον δημόλευστον                  θάνατος με δημόσιο λιθοβολισμό     
ἐν πόλει,                                   μπροστά στους πολίτες,
ὃς ἂν δρᾷ τι τοιοῦτον                όποιον τυχὸν κάνει κάτι από αυτά.
Οὕτως ἔχει σοι ταῦτα,               Έτσι έχουν αυτά για σένα,
καὶ τάχα δείξεις,                       και γρήγορα θα αποδείξεις
εἴτε πέφυκας εὐγενὴς                αν είσαι από ευγενική γενιά
εἴτε κακὴ ἐσθλῶν.                     ή αν είσαι μικρόψυχη, παρά την                                                                         αριστοκρατική καταγωγή σου.
Ισμήνη (στ. 39-40)
Εἰ δὲ τάδ' ἐν τούτοις (ἐστί)                 Αλλά αν αυτά είναι έτσι
τί,  ταλαῖφρον,                                 τι, φτωχή μου αδελφή,
ἐγὼ προσθείμην ἂν πλέον θα μπορούσα να προσφέρω                                                           περισσότερο
λύουσ' εἴθ' ἅπτουσα;            με το να χαλαρώνω ή να σφίγγω                                                         τον κόμπο (κάνοντας κάτι που δεν                                                             έχει καμία σημασία;)
 
Αντιγόνη (στ.40)
 
Εἰ ξυμπονήσεις καὶ                             Αν θα με βοηθήσεις και                    ξυνεργάσῃ.                                         θα συνεργαστείς μαζί μου.
 
Ισμήνη  (στ.41)
Ποῖόν τι κινδύνευμα;                          Για ποια τέλος πάντων επικίνδυνη                                                              πράξη (μιλάς);
ποῖ γνώμης ποτ’εἶ;                              Τι τάχα έχεις στο μυαλό σου;
 
Αντιγόνη (στ. 43)
 Εἰ κουφιεῖς τὸν νεκρὸν                       (Σκέψου) αν σηκώσεις τον νεκρό
ξὺν τῇδε χερί.                                     μ' αυτό εδώ το χέρι.
 
Ισμήνη (στ.44)
 Ἦ γὰρ                                                Αλήθεια λοιπόν
νοεῖς θάπτειν σφ',                             σκέπτεσαι να τον θάψεις         
ἀπόρρητον πόλει;               αν και απαγορεύεται ρητά στους                                                                πολίτες;
 
 Αντιγόνη (στ. 45-46)
 (Νοῶ θάπτειν)                                    (Σκέπτομαι να θάψω)
τὸν γοῦν ἐμὸν                                    τον δικό μου βέβαια
καὶ τὸν σὸν ἀδελφόν,                          και τον δικό σου αδελφό
ἢν σὺ μὴ θέλῃς·                                  έστω κι αν εσύ δεν θέλεις·
οὐ γὰρ δὴ ἁλώσομαι προδοῦσα.  γιατί βέβαια δεν θα κατηγορηθώ                                                                 ότι τον πρόδωσα.
 
 
Ισμήνη (στ.47)
 
Ὦ σχετλία,                                Δυστυχισμένη,
(νοεῖς θάπτειν)                         (σκέπτεσαι να τον θάψεις),
Κρέοντος ἀπειρηκότος             ενώ ο Κρέοντας το έχει απαγορεύσει;
 
Αντιγόνη (στ. 49)
 
Ἀλλ' οὐδὲν μέτα (=μέτεστι) αὐτῷ Αλλά αυτός δεν έχει κανένα                                                                 δικαίωμα
εἴργειν με τῶν ἐμῶν.                          να με εμποδείσει να θάψω τους                                                                  δικούς μου.
 
Ισμήνη (στ.49-68)
 
Οἴμοι·  φρόνησον,                    Αλίμονο· θυμήσου,
ὦ κασιγνήτη,                            αδελφή μου,
ὡς ἀπεχθης δυσκλεής τε         πόσο μισητός και με κακή φήμη
νῷν ἀπώλετο πατὴρ                χάθηκε ο πατέρας μας
ἀράξας διπλᾶς ὄψεις              αφού έβγαλε τα δυο του
                                                του μάτια
αὐτὸς αὐτουργῷ χερί                 ο ίδιος με το ίδιο του το χέρι
πρὸς ἀμπλακημάτων                 για εγκλήματα
αὐτοφώρων·                               που μόνος του έφερε στο φως·
ἔπειτα μήτηρ καὶ γυνή,              κι έπειτα η μητέρα και σύζυγος
διπλοῦν ἔπος,                             διπλό όνομα,
λωβᾶται βίον                             πεθαίνει ντροπιασμένη
πλεκαταῖσιν ἀρτάναισι·             με πλεκτή θηλιά·
τρίτον δὲ δύο ἀδελφὼ               και τρίτο κακό, οι δυο μας αδελφοί
κατὰ μίαν ἡμέραν                     μέσα σε μία ημέρα
αὐτοκτονοῦντε τὼ ταλαιπώρω   που αλληλοσκοτώθηκαν οι δυστυ-
                                                χισμένοι
κατειργάσαντο κοινὸν μόρον     βρήκαν αμοιβαίο θάνατο
χεροῖν ἐπαλλήλοιν.                     με χέρια που σήκωσαν ο ένας
                                                                     εναντίον του άλλου.
Νῦν δ' αὖ σκόπει                      Καί τώρα πάλι σκέψου
ὅσῳ κάκιστ' ὀλούμεθα             πόσο ατιμωτικά θα χαθούμε
νὼ μόνα δὴ λελειμμένα,          εμείς οι δύο που έχουμε μείνει ολομόναχες
                                              
εἰ παρέξιμεν ψῆφον                  αν θα παραβούμε την απόφαση
ἢ κράτη τυράννων                     ή την εξουσιά των αρχόντων
βίᾳ νόμῳ.                                 παραβιάζοντας τον νόμο.
Ἀλλὰ χρὴ ἐννοεῖν τοῦτο μὲν     Αλλά πρέπει αυτό να σκέπτεσαι
ὅτι ἔφυμεν γυναῖκε                 ότι δηλαδή γεννηθήκαμε γυναίκες
ὡς οὐ μαχουμένα                    κι από την άλλη δεν μπορούμε να
                                                τα βάζουμε
πρὸς ἄνδρας·                           με τους άνδρες·             
ἔπειτα δ' οὕνεκ' ἀρχόμεσθ'        έπειτα ότι κυβερνιόμαστε
ἐκ κρεισσόνων                        από ισχυροτέρους
ἀκούειν καὶ ταῦτα                   ώστε να υπακούμε και σ' αυτά
κἄτι (=καὶ ἔτι) ἀλγίονα τῶνδε.  και σε ακόμη πιο σκληρά από                                                                      αυτά.
ἐγὼ μὲν οὖν                                       Εγώ τουλαχιστον
αἰτοῦσα τοὺς ὑπὸ χθονὸς  αφού παρακαλέσω αυτούς που                                                                              είναι στον κάτω κόσμο
ξύγγνοιαν ἴσχειν,                           να με συγχωρήσουν,
ὡς βιάζομαι τάδε,          επειδή κάνω αυτά χωρίς τη θέλησή                                                             μου,
πείσομαι τοῖς ἐν τέλει βεβῶσι·      θα υπακούσω στους άρχοντες·
τὸ γὰρ πράσσειν περισσὰ    γιατί το να κάνει κανείς πράγματα                                                              ανώτερα από τις δυνάμεις του
οὐκ ἔχει οὐδένα νοῦν.                     είναι ενελώς ανόητο.
 
Αντιγόνη (στ. 69-77)
Οὔτ' ἆν κελεύσαιμι                    Ούτε θα σε παρακαλούσα
οὔτ' ἂν δρῴης ἐμοῦ μέτα          ούτε θαδεχόμουν τη σύμπραξή σου
ἡδέως γε,                                 με ευχαρίστηση βέβαια,
εἰ θέλοις ἔτι πράσσειν.             αν ήθελες ακόμη να με βοηθήσεις.
Ἀλλ' ἴσθι ὁποῖά σοι δοκεῖ,         Έχε λοιπόν όποια γνώμη θέλεις
κεῖνον δ' ἐγὼ θάψω·                 εκείνον όμως εγώ θα θάψω.
καλόν μοι θανεῖν ποιούσῃ τοῦτο.        Θα είναι ωραίο για μένα να θάψω
                                                          τον αδελφό μου και να πεθάνω.
Κείσομαι μετ' αὐτοῦ φίλη          Θα κείτομαι κοντά του αγαπημένη,
φίλου μέτα,                               πλάι σε αγαπημένο,
πανουργήσασ' ὅσια·                 αφού διαπράξω ιερή παρανομία.
ἐπεὶ πλείων χρόνος,                  γιατί είναι μακρότερος ο χρόνος,
ὃν δεὶ μ' ἀρέσκειν                       που πρέπει να είμαι αρεστή
τοῖς κάτω τῶν ἐνθάδε.           σ' αυτούς που είναι στον κάτω κόσμο παρά
                                              σ' αυτούς που είναι εδώ πάνω στη γη.
Ἐκεῖ γὰρ κείσομαι ἀεί.              Γιατί εκεί θα βρίσκομαι αιώνια.
σοὶ δ' εἰ δοκεῖ                           Αν όμως εσύ το κρίνεις σωστό,
ἀτιμάσασ' ἔχε                           ας περιφρονείς
τὰ τῶν θεῶν ἔντιμα                   όσα για τους θεούς είναι τίμια.
 
Ισμήνη (στ. 78-79)
Ἐγὼ μὲν οὐ ποιοῦμαι ἄτιμα,     Εγώ βέβαια δεν περιφορνώ (αυτά)
ἔφυν δὲ ἀμήχανος                  όμως είμαι από τη φύση μου ανίκανη         
τὸ δρᾶν βίᾳ πολιτῶν              να ενεργώ παρά τη θέληση των
                                                                           πολιτών.
 
Αντιγόνη (στ. 80-81)
Σὺ μὲν προύχοι' ἂν τάδε· Αυτά βέβαια εσύ μπορείς να                                                                       προφασίζεσαι·
ἐγὼ δὲ δὴ πορεύσομαι                        εγώ όμως θα πάω
χώσουσα τάφον                                  να σκεπάσω με χώμα
φιλτάτῳ ἀδελφῷ.                                τον αγαπημένο μου αδελφό.
 
Ισμήνη (στ.82)
Οἴμοι ταλαίνης                                   Αλίμονό σου δυστυχισμένη     
ὡς ὑπερδέδοικά σου.                          πόσο πολύ φοβάμαι για σένα.
 
Αντιγόνη (στ. 83)
Μή 'μου προτάρβει                     Μη φοβάσαι για μένα·
ἐξόρθου τὸν σὸν πότμον.          για τη δική σου μοίρα φρόντιζε.
 
Ισμήνη (στ. 84-85)
Ἀλλ' οὖν γε μηδενὶ προμηνύσῃς Τουλάχιστον βέβαια σε κανέναν
                                                μην αποκαλύψεις
τοῦτο τοὔργον,                         το έργο αυτό,
κεῦθε δὲ κρυφᾷ                        αλλά να το κρατήσεις μυστικο,
σὺν δ' αὔτως ἐγώ.                    το ίδιο θα κάνω κι εγώ.
 
Αντιγόνη (στ. 86-87)
 Οἴμοι, καταύδα·                                 Αλοίμονο διακήρυξέ το σε όλους·
πολλὸν ἐχθίων ἔσῃ σιγῶσ',                 πολύ πιο μισητή θα (μου) είσαι
                                                          αν σιωπήσεις,      
ἐὰν μὴ κηρύξῃς τάδε πᾶσι                 αν δεν διαλαλήσεις σε όλους αυτά
                                                          εδώ.
 
Ισμήνη (στ. 88)
Ἔχεις θερμὴν καρδίαν                        Έχεις θερμὴ καρδιά
ἐπὶ ψυχροῖσι.                                      για πράγματα ψυχρά.
 
Αντιγόνη (στ. 89)
Ἀλλ' οἶδ' ἀρέσκουσ'                       Ξέρω όμως να είμαι αρεστή
οἷς χρὴ μάλιστα ἁδεῖν με.             σ' εκείνους που πρέπει     περισσότερο
                                                     να αρέσω.
 
 Ισμήνη (στ. 90)
Εἰ καὶ δυνήσῃ γ'·                                Ναι, αν θα έχεις βέβαια τη δύναμη·
ἀλλ' ἀμηχάνων ἐρᾷς                           αλλά επιδιώκεις ακατόρθωτα
                                                          πράγματα
 
Αντιγόνη (στ. 91)
Οὐκοῦν πεπαύσομαι                 Λοιπόν θα σταματήσω,
ὅταν δὲ μὴ σθένω.                    όταν πια δεν έχω δυνάμεις.
 
Ισμήνη (στ.92)
Ἀρχὴν δὲ οὐ πρέπει                   Καθόλου όμως δεν πρέπει
θηρᾶν τἀμήχανα                        να κυνηγά κανείς ακατόρθωτα
                                                    πράγματα.
 
Αντιγόνη (στ.93-97)
Εἰ λέξεις ταῦτα                         Αν συνεχίσεις να λες αυτά,
ἐχθαρῇ μὲν ἐξ ἐμοῦ,                  κι από μένα θα μισηθείς
δίκῃ δὲ προσκείσῃ ἐχθρὰ           και δίκαια θα σε μισεί για πάντα
τῷ θανόντι.                               ο νεκρός.
Ἀλλ' ἔα με                                Αλλά άφησε εμένα
καὶ τὴν ἐξ ἐμοῦ δυσβουλίαν      και τη δική κου αφροσύνη
παθεῖν τὸ δεινὸν τοῦτο·             να πάθουμε αυτό το κακό·
οὐ γὰρ πείσομαι οὐδὲν τοσοῦτον,  γιατί τίποτα δεν θα πάθω τόσο                                                               φοβερό,
ὥστε μὴ θανεῖν καλῶς.              ώστε να μην πεθάνω όμορφα.
 
Ισμήνη (στ.98-99)
Αλλὰ στεῖχε,                             Πήγαινε λοιπόν
εἰ δοκεῖ σοι·                             αν έτσι κρίνεις·
τοῦτο δ' ἴσθι,                            αλλά να ξέρεις τούτο,
ὅτι ἔρχῃ μὲν ἄνους,                   ότι δηλαδή πηγαίνεις ασυλλόγιστα,
ὀρθῶς δὲ φίλη τοῖς φίλοις.     όμως αληθινά αγαπημένη στους
                                                                 αγαπημένους σου.




 


Πάψε, πριν τα λόγια σου  γεμίσουν κι εμένα με θυμό,


μη βρεθείς και ανόητος και γέρος μαζί.


Διότι, λες πράγματα που δεν είναι ανεκτά σους θεούς, όταν λες


ότι προνόησαν γι’ αυτόν εδώ το νεκρό .


Δηλαδή, τι από τα δύο συμβαίνει:  του προσέφεραν τεράστια τιμή, σαν να ήταν ευεργέτης,

ἔκρυπτον αυτόν, ὅστις αμφικίονας

και τον έθαψαν με χώμα εκείνον που τους περίστυλους

ναοὺς πυρώσων ἦλθεν κἀναθήματα

ναούς να κάψει ήλθε και τα αναθήματα

καὶ γῆν ἐκείνων καὶ νόμους διασκεδῶν;

και τη γη τους και τους νόμους να καταλύσει;

ἢ τοὺς κακοὺς τιμῶντας εἰσορᾷς θεούς;

Ή μήπως βλέπεις τους θεούς να τιμούςν τους κακούς;


Δεν είναι δυνατόν! Αλλά αυτά, από παλιά, του κράτους


πολίτες με δυσκολία τα ανέχονταν και μουρμούριζαν εναντίον μου,


κουνώντας κρυφά το κεφάλι, κι ούτε κάτω από το ζυγό της εξουσίας


έβαζαν το κεφάλι τους, όπως είναι το σωστό, ώστε να με πειθαρχούν σ’ εμένα.


Από αυτά, γνωρίζω πολύ καλά ότι εκείνοι (οι φύλακες),


εξαγοράστηκαν και έκαναν αυτή την πράξη.


Διότι  για τους ανθρώπους,  σαν το χρήμα κανείς


θεσμός δεν δημιουργήθηκε τόσο κακός.  Αυτό και πόλεις


κυριεύει , αυτό ανθρώπους διώχνει από τα σπίτια τους·


αυτό καθοδηγεί και διαστρέφει τη σκέψη


την ορθή των θνητών και την κάνει να στραφεί προς αισχρές πράξεις·


κι έδειξε στους ανθρώπους να πράττουν πανουργίες


και κάθε ανόσιο έργο να γνωρίζουν.


Όσοι δωροδοκήθηκαν και έκαναν  αυτές τις πράξεις


πέτυχαν να τιμωρηθούν αργά ή γρήγορα.


Αλλά, αν εξακολουθώ να σέβομαι τον Δία,       


αυτό να ξέρεις καλά και με όρκο στο λέω:


Αν τον δράστη αυτής της ταφής


δεν βρείτε και δεν μου τον φανερώσετε μπροστά στα μάτια μου,


για σας δεν θα είναι αρκετός μόνο ο θάνατος, πριν


ζωντανοί και κρεμασμένοι ομολογήσετε αυτή την ύβρη


για να μάθετε από πού πρέπει να ζητάτε το κέρδος


και να το αρπάζετε από δω και μπρος, και να μάθετε ότι


δεν πρέπει να αγαπάτε το κέρδος, ανεξάρτητα από την προέλευσή του.


Διότι από τα αισχρά κέρδη τους περισσότερους


θα δεις να καταστρέφονται και όχι να σώζονται.

 

 


 


Θα μου επιτρέψεις να μιλήσω ή να γυρίσω να φύγω χωρίς να πω τίποτα;

 

 


 


Δεν ξέρεις ότι και τώρα μιλάς ενοχλητικά;

 

 


 


Ενοχλείσαι στα αυτιά ή στην  ψυχή;

 

 


 


Λοιπόν, κανονίζεις πού βρίσκεται  η λύπη μου;

 

 


 


Ο δράστης ενοχλεί τη σκέψη  σου, ενώ εγώ τα αυτιά σου.

 

 


 


Αλίμονο, πόσο φαίνεσαι ότι  γεννήθηκες φλύαρος.

 

 


 


Αυτή την πράξη δεν την έκανα ποτέ.

 

 


 


Και βέβαια την έκανες, αφού πούλησες την ψυχή σου για χρήματα.

 

 


 



Αλίμονο:

είναι φοβερό να μην κατανοεί την πραγματικότητα εκείνος που λαμβάνει τις αποφάσεις.

 

 


 


Κάνε τον έξυπνο! αν όμως


δεν μου φανερώσετε τους δράστες όλων αυτών, θα παραδεχτείτε με δυνατή φωνή ότι


τα ανέντιμα κέρδη φέρνουν συμφορές.

 

 


 


Μακάρι να βρεθεί ο δράστης· είτε, όμως,


συλληφθεί είτε όχι –γιατί αυτό θα το κρίνει η τύχη-


δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να με δεις να έρχομαι εδώ·


γιατί και τώρα, χωρίς να το  περιμένω και να το πιστεύω


σώθηκα και γι’ αυτό χρωστάω μεγάλη χάρη στους θεούς
 
           
 


Σ’εσένα μιλάω, σ’εσένα που σκύβεις το κεφάλι στη γη


ομολογείς ή αρνείσαι ότι έκανες αυτά;

 

 


 


Και ομολογώ και δεν αρνούμαι ότι το έκανα.

 

 


 


(στον φρουρό) Εσύ πήγαινε όπου θέλεις


απαλλαγμένος από τη βαριά κατηγορία·


(στην Αντιγόνη) κι εσύ λέγε χωρίς πολυλογίες, αλλά με συντομία


γνώριζε ότι είχε δοθεί η εντολή να μην κάνεις αυτά;

 

 


 


Το ήξερα· πως ήταν δυνατόν να μην το ξέρω; Ήταν πασίγνωστο.

 

 


 


Και τόλμησες, λοιπόν, να παραβείς αυτούς τους νόμους;

 

 


 


Δεν ήταν ο Δίας εκείνος που έδωσε αυτή την εντολή


ούτε η Δίκη που συνοικεί μαζί με τους κάτω θεούς


όρισε τέτοιους νόμους στους ανθρώπους.


ούτε θεωρούσα ότι έχουν τόση ισχύ οι δικές σου


εντολές, ώστε τους άγραφους και απαράβατους των θεών


νόμους να μπορείς να παραβείς, ενώ είσαι θνητός.


Γιατί ούτε σήμερα ούτε χθες, αλλά αιώνια


ζουν αυτά και κανείς δεν ξέρεις πότε φανερώθηκαν.


Γι’ αυτά εγώ δεν σκοπεύω, επειδή κανενός ανθρώπου


δεν φοβήθηκα τις αποφάσεις, από τους θεούς


να τιμωρηθώ· γιατί ξέρω καλά ότι θα πεθάνω –πώς μπορεί να γίνει διαφορετικά; -


ακόμη και εσύ δεν είχες δώσει την εντολή. Κι αν πριν της ώρας μου


πεθάνω, εγώ πάλι το θεωρώ κέρδος.


Γιατί, όποιος μέσα σε πολλά κακά, όπως εγώ,


ζει, πώς δεν θεωρεί κέρδος αν πεθάνει;


Έτσι, να έχω αυτή τη μοίρα


δεν με λυπεί καθόλου· αλλα αν


ανεχόμουν να μείνει άθαπτο το πτώμα του αδελφού μου από τη δική μου μητέρα


εκείνοι θα με έκαναν να πονέσω· γι’ αυτά εδώ δεν λυπάμαι καθόλου.


Κι αν εσύ θεωρείς ότι κάνω ανόητα πράγματα


σχεδόν θεωρούμαι ανόητη από έναν ανόητο.

 

 


 


Σκληρός φαίνεται ο χαρακτήρας του παιδιού που γεννήθηκε από σκληρό πατέρα


Δεν ξέρει να υποχωρεί στα κακά.                            
               


 

 

 


Αλλά να ξέρεις ότι οι πιο αλύγιστοι χαρακτήρες


πιο συχνά ταπεινώνονται και τον σκληρότατο


σίδηρο που πυρακτώνεται από τη φωτιά και γίνεται άκαμπτος


θα δεις τις πιο πολλές φορές νασπάει και να ραγίζει.


Ξέρω ότι με κοντό χαλινάρι τα αγριεμένα


άλογα δαμάζονται· γιατί δεν επιτρέπεται


να πιστεύει πως είναι σπουδαίος όποιος είναι δούλος των άλλων.


Αυτή ήξερε καλά να αυθιάζει τότε


παραβαίνοντας τους ισχύοντες νόμους·


κι αφού έκανε αυτά, αυτή ήταν και η  δεύτερη ιταμότητά της,


να καυχιέται γι’ αυτά και να χλευάζει, ενώ τα έχει διαπράξει.


Αληθινά, δεν θα ήμουν εγώ ο άνδρας, εκείνη θα ήταν άνδρας,


αν αυτή η επίδειξη ισχύος θα έμενε ατιμώρητη.


Αλλά είτε κόρη της αδελφή μου είτε πλησιέστερη συγγενής


είναι από όλη την οικογένεια,


αυτή και η αδελφή της δεν θα γλιτώσουν


από την πιο άθλια μοίρα: γιατί κι εκείνη το ίδιο


κατηγορώ ότι σχεδίασε τούτη την κηδεία.


Φωνάξτε την· γιατί πριν από λίγο την είδα μέσα στο παλάτι


να λυσσάει και να μην ελέγχει τα λογικά της.


Συνήθως προδίδεται ως ένοχη η ψυχή


εκείνων που σχεδιάζουν παρανομίες στο σκοτάδι·


σιχαίνομαι εκείνον που συλλαμβάνεται την ώρα που κάνει το κακό


κι έπειτα θέλει να το παρουσιάσει ως όμορφη πράξη.

 

 

Αντιγόνη

 


Θέλεις κάτι περισσότερο απ’ το να με θανατώσεις, αφού με συνέλαβες;

 

 

Κρέων

 


Εγώ δεν θέλω τίποτα· αφού έχω αυτό, έχω  τα πάντα

 

 

Αντιγόνη

 


Τότε γιατί καθυστερείς; γιατί από τα λόγια σου


κανένα δεν μ’ αρέσει ούτε θα μου αρέσει ποτέ·


έτσι και σε σένα τα δικά μου λόγια είναι φυσικό να σε δυσαρεστούν.


Κι όμως, λαμπρότερη δόξα


από πού θα αποκτούσα εκτός από την ταφή του αδελφού μου;   


Όλοι αυτοί θα ομολογούσαν ότι τους είναι αρεστή η πράξη μου,


αν τη γλώσσα τους δεν την κλείδωνε ο φόβος.


Αλλά η τυραννική εξουσία, εκτός από τα άλλα πλεονεκτήματα που διαθέτει,


έχει τη δυνατότητα να πράττει και να λέει ό,τι θέλει.
 


Πατέρα, είμαι δικός σου γιος κι εσύ σκέψεις


σωστές να έχω με οδηγείς, τις οποίες εγώ θα ακολουθήσω.


Για μένα κανένας γάμος δεν είναι τόσο σπουδαίος


ώστε να τον θεωρήσω σημαντικότερο από εσένα, αφού με καθοδηγείς σωστά.

 

 


 


Αυτή τη γνώμη πρέπει να έχεις, παιδί μου,


να ακολουθείς στα πάντα την πατρική συμβουλή.


Γι’ αυτό εδώ οι άνδρες εύχονται παιδιά


υπάκουα να γεννήσουν και να έχουν στο σπίτι τους,


για να εκδικούνται τους εχθρούς


και να τιμούν τον φίλο όπως ακριβώς κι ο πατέρας τους.


Όποιος όμως γεννά παιδιά που δεν tου προσφέρουν  καμία ωφέλεια,


τι άλλο μπορείς να πεις γι’ αυτόν, εκτός από το ότι βάσανα


γέννησε για τον εαυτό του και πολλά γέλια για τους εχθρούς;


Ποτέ, παιδί μου, μη χάσεις το μυαλό σου


από έρωτα για μια γυναίκα, ξέροντας ότι


παγερό αγκάλιασμα είναι αυτό,


κακή γυναίκα σύζυγος στο σπίτι. Ποια


πληγή είναι μεγαλύτερη από έναν κακό αγαπημένο;


Αλλά περιφρονώντας την σαν να ήταν εχθρός σου, άσε


αυτό το κορίτσι παντρευτεί κάποιον στον Άδη.


Από τη στιγμή που εγώ την έπιασα επ’ αυτοφώρω


μόνη απ’ όλη την πόλη να παραβαίνει την εντολή μου,


δεν θα φανώ ψεύτης στην πόλη,


αλλά θα τη θανατώσω. Γι’ αυτά ας επικαλείται τον Δία


τον προστάτη της οικογένειας. Διότι αν στους εξ αίματος συγγενείς


επιτρέψω να κάνουν του κεφαλιού τους, θα ανέχομαι να είναι πολύ πιο απείθαρχοι όσοι δεν ανήκουν στην οικογένεια.


Διότι, όποιος στους οικείους του φέρεται ως άνδρας


σωστός, θα φανεί ότι και στην πόλη είναι δίκαιος.


Όποιος όμως ξεπερνά τα όρια και είτε παραβιάζει τους νόμους


είτε σχεδιάζει να επιβάλει τη γνώμη του στους άρχοντες,


αυτός δεν θα επαινεθεί από μένα.


Αλλά όποιον ορίσει η πόλη στην εξουσία, αυτόν πρέπει να ακούει


και στα ασήμαντα και στα δίκαια και στα αντίθετά τους.


Και εγώ μπορώ να πιστέψω ότι αυτός ο άνδρας


θέλει και να άρχει ορθά και να άρχεται σωστά,


κι αν έχει παραταχθεί στη θύελλα της μάχης


να μένει πιστός και αγαθός σύντροφος του διπλανού  πολεμιστή.


Δεν υπάρχει μεγαλύτερο κακό από την αναρχία.


Αυτή καταστρέφει κράτη, αυτή καταστρέφει


οικογένειες, αυτή τον στρατό των συμμάχων


τον κάνει να λυγίζει και να τρέπεται σε φυγή· όμως, γι’ αυτούς που μένουν σταθεροί στη θέση τους,


η υπακοή στους άρχοντες σώζει τη ζωή των περισσοτέρων

Οὕτως ἀμυντέ’ ἐστὶ τοῖς κοσμουμένοις.

Έτσι πρέπει να υπερασπιζόμαστε τους νόμους και τις εντολές.


Και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να μας νικά μια γυναίκα


Γιατί καλύτερα να μας πάρει την εξουσία ένας άνδρας, αν πρέπει,


 

και να μη μας αποκαλέσουν κατώτερους από γυναίκες.